Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
paralizado
01
παραλυμένος, μούδιασμένος
que ha perdido la sensibilidad o la capacidad de moverse debido a un impacto o miedo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más paralizado
συγκριτικός βαθμός
más paralizado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
paralizado
αρσενικό πληθυντικό
paralizados
θηλυκό ενικό
paralizada
θηλυκό πληθυντικό
paralizadas
Παραδείγματα
Me quedé paralizado al ver el accidente.
Παράλυσα βλέποντας το ατύχημα.



























