paralizado
Pronunciation
/pˌaɾaliθˈaðo/

Ορισμός και σημασία του "paralizado"στα ισπανικά

paralizado
01

παραλυμένος, μούδιασμένος

que ha perdido la sensibilidad o la capacidad de moverse debido a un impacto o miedo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más paralizado
συγκριτικός βαθμός
más paralizado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
paralizado
αρσενικό πληθυντικό
paralizados
θηλυκό ενικό
paralizada
θηλυκό πληθυντικό
paralizadas
Παραδείγματα
Me quedé paralizado al ver el accidente.
Παράλυσα βλέποντας το ατύχημα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store