Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
progresista
01
προοδευτικός, πρωτοποριακός
que apoya o promueve cambios, mejoras o ideas modernas en la sociedad, la política o la cultura
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
el más progresista
συγκριτικός βαθμός
más progresista
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
progresista
αρσενικό πληθυντικό
progresistas
θηλυκό ενικό
progresista
θηλυκό πληθυντικό
progresistas
Παραδείγματα
Me parece progresista apoyar políticas ecológicas.
Προοδευτικό μου φαίνεται να υποστηρίζω οικολογικές πολιτικές.



























