Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perspicaz
01
οξυδερκής, οξύς
que tiene una gran capacidad para entender, percibir o analizar cosas rápidamente y con claridad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más perspicaz
συγκριτικός βαθμός
más perspicaz
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
perspicaz
αρσενικό πληθυντικό
perspicaces
θηλυκό ενικό
perspicaz
θηλυκό πληθυντικό
perspicaces
Παραδείγματα
Los estudiantes perspicaces aprenden con mayor facilidad.
Οι οξυδερκείς μαθητές μαθαίνουν με μεγαλύτερη ευκολία.



























