Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El patinete
01
πατίνι, σκούτερ
vehículo pequeño con plataforma y ruedas que se impulsa con el pie o con motor eléctrico
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
patinetes
Παραδείγματα
Mi hijo usa el patinete para ir al colegio.
Ο γιος μου χρησιμοποιεί το πατίνι για να πάει στο σχολείο.



























