Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tragar
01
καταπίνω
hacer pasar un alimento, bebida o saliva desde la boca hacia el estómago
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
trago
γ΄ ενικό πρόσωπο
traga
ενεστώτα μετοχή
tragando
απλός αόριστος
tragó
παθητική μετοχή
tragado
Παραδείγματα
Me duele la garganta al tragar.
Πονάει ο λαιμός μου όταν καταπίνω.
02
καταπίνω, καταβροχθίζω
comer o beber algo de forma rápida y en grandes cantidades, sin apenas masticar o saborear
Παραδείγματα
Después del entrenamiento, se tragó dos botellas de agua enteras.
Μετά την προπόνηση, κατάπιε δύο ολόκληρα μπουκάλια νερό.



























