Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tragar
01
καταπίνω
hacer pasar un alimento, bebida o saliva desde la boca hacia el estómago
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
trago
γ΄ ενικό πρόσωπο
traga
ενεστώτα μετοχή
tragando
απλός αόριστος
tragó
παθητική μετοχή
tragado
Παραδείγματα
Tragó aire por la risa.
Κατάπιε αέρα από το γέλιο.
02
καταπίνω, καταβροχθίζω
comer o beber algo de forma rápida y en grandes cantidades, sin apenas masticar o saborear
Παραδείγματα
Se tragó el filete en tres bocados sin casi masticar.
Κατάπιε τη μπριζόλα σε τρεις μπουκίες χωρίς σχεδόν να μασήσει.



























