Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
retroceder
01
οπισθοχωρώ, κάνω όπισθεν
moverse hacia atrás o regresar al punto anterior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
retrocedo
γ΄ ενικό πρόσωπο
retrocede
ενεστώτα μετοχή
retrocediendo
απλός αόριστος
retrocedió
παθητική μετοχή
retrocedido
Παραδείγματα
El conductor retrocedió con cuidado para no golpear el parachoques.
Ο οδηγός οπισθοχώρησε προσεκτικά για να μην χτυπήσει τον προφυλακτήρα.
02
υποχωρώ
moverse hacia atrás generalmente por miedo, sorpresa o para evitar un peligro
Παραδείγματα
El niño retrocedió al escuchar el grito.
Το παιδί υποχώρησε ακούγοντας τη φωνή.



























