Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
troncal
01
θεμελιώδης, κύριος
que es fundamental o principal dentro de un plan de estudios o programa educativo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
troncal
αρσενικό πληθυντικό
troncales
θηλυκό ενικό
troncal
θηλυκό πληθυντικό
troncales
Παραδείγματα
La evaluación de las materias troncales tiene mayor peso en la nota final.
Η αξιολόγηση των βασικών μαθημάτων έχει μεγαλύτερο βάρος στον τελικό βαθμό.



























