Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El plagio
01
λογοκλοπή
acto de copiar o usar ideas, textos o trabajos de otra persona sin dar crédito
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
plagios
Παραδείγματα
Hacer plagio es un delito académico grave.
Η διάπραξη λογοκλοπής είναι ένα σοβαρό ακαδημαϊκό αδίκημα.
LanGeek



























