Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
placentero
01
ευχάριστος, απολαυστικός
que produce satisfacción o agrado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más placentero
συγκριτικός βαθμός
más placentero
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
placentero
αρσενικό πληθυντικό
placenteros
θηλυκό ενικό
placenter
θηλυκό πληθυντικό
placenteras
Παραδείγματα
Tuvimos un día placentero en la playa.
Περάσαμε μια ευχάριστη μέρα στην παραλία.



























