Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
placentero
01
ευχάριστος, απολαυστικός
que produce satisfacción o agrado
Παραδείγματα
Tuvimos un día placentero en la playa.
Περάσαμε μια ευχάριστη μέρα στην παραλία.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ευχάριστος, απολαυστικός