placentero
pla
pla
pla
cen
θen
then
te
ˈte
te
ro
ɾo
ro
carpinterotitiriterosensibleropatrullero

Ορισμός και σημασία του "placentero"στα ισπανικά

placentero
01

ευχάριστος, απολαυστικός

que produce satisfacción o agrado 
placentero definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más placentero
συγκριτικός βαθμός
más placentero
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
placentero
αρσενικό πληθυντικό
placenteros
θηλυκό ενικό
placenter
θηλυκό πληθυντικό
placenteras
θεματικό πεδίο
experiencia, sensación, evaluación
Παραδείγματα
Fue un paseo muy placentero por el parque. 

Ήταν ένας πολύ ευχάριστος περίπατος στο πάρκο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store