Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La salvación
01
σωτηρία, λύτρωση
liberación del pecado, del mal o de cualquier peligro, especialmente por intervención divina
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Los creyentes oran por la salvación de sus almas.
Οι πιστοί προσεύχονται για τη σωτηρία των ψυχών τους.



























