Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
saludar
[past form: saludé][present form: saludo]
01
χαιρετώ, καλωσορίζω
dirigirse a alguien con gestos o palabras al encontrarse o despedirse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
saludo
γ΄ ενικό πρόσωπο
saluda
ενεστώτα μετοχή
saludando
απλός αόριστος
saludé
παθητική μετοχή
salodado
Παραδείγματα
Cuando entró en la sala, todos lo saludaron.
Όταν μπήκε στην αίθουσα, όλοι τον χαιρέτησαν.



























