la herejía
he
e
ε
re
ɾe
ρε
jía
xia
χια
mayoríapolicíagaleríaTurquía

Ορισμός και σημασία του "herejía"στα ισπανικά

01

αίρεση

creencia o doctrina contraria a los principios de una religión oficial 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
herejías
Παραδείγματα
La iglesia condenó la herejía de ese grupo. 

Η εκκλησία καταδίκασε την αίρεση αυτής της ομάδας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store