Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La especie en peligro
01
απειλούμενο είδος, είδος σε κίνδυνο
animal o planta cuya supervivencia está amenazada y corre el riesgo de desaparecer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
especies en peligro
Παραδείγματα
El tigre de Bengala es una de las especies en peligro más conocidas.
Η τίγρη της Βεγγάλης είναι ένα από τα πιο γνωστά είδη υπό εξαφάνιση.



























