Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rendir
01
παραδίνομαι, εγκαταλείπω
dejar de luchar, resistir o intentar, aceptar la derrota
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
rindo
γ΄ ενικό πρόσωπο
rinde
ενεστώτα μετοχή
rindiendo
απλός αόριστος
rindió
παθητική μετοχή
rendido
Παραδείγματα
No te rindas, todavía puedes lograrlo.
Μην τα παρατάς, μπορείς ακόμα να το καταφέρεις.
02
παραδίνομαι
entregarse o dejar de resistir ante un enemigo o una dificultad
Παραδείγματα
El ejército decidió rendirse tras la derrota.
Ο στρατός αποφάσισε να παραδοθεί μετά την ήττα.



























