exitoso
Pronunciation
/ˌeksitˈoso/

Ορισμός και σημασία του "exitoso"στα ισπανικά

01

επιτυχημένος

que logra buenos resultados o alcanza sus objetivos
exitoso definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más exitoso
συγκριτικός βαθμός
más exitoso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
exitoso
αρσενικό πληθυντικό
exitosos
θηλυκό ενικό
exitosa
θηλυκό πληθυντικό
exitosas
Παραδείγματα
Él se siente orgulloso de su vida exitosa.
Νιώθει περήφανος για τη επιτυχημένη ζωή του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store