exitoso
exitoso
egsitoso
egsitoso
grasosovaliosomafiosoborroso

Ορισμός και σημασία του "exitoso"στα ισπανικά

01

επιτυχημένος

que logra buenos resultados o alcanza sus objetivos 
exitoso definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más exitoso
συγκριτικός βαθμός
más exitoso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
exitoso
αρσενικό πληθυντικό
exitosos
θηλυκό ενικό
exitosa
θηλυκό πληθυντικό
exitosas
Παραδείγματα
El proyecto fue muy exitoso. 

Το έργο ήταν πολύ επιτυχημένο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store