Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exitoso
01
επιτυχημένος
que logra buenos resultados o alcanza sus objetivos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más exitoso
συγκριτικός βαθμός
más exitoso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
exitoso
αρσενικό πληθυντικό
exitosos
θηλυκό ενικό
exitosa
θηλυκό πληθυντικό
exitosas
Παραδείγματα
Él se siente orgulloso de su vida exitosa.
Νιώθει περήφανος για τη επιτυχημένη ζωή του.



























