Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
triunfar
01
θριαμβεύω
alcanzar el éxito o la victoria en una actividad, competencia o situación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
triunfo
γ΄ ενικό πρόσωπο
triunfa
ενεστώτα μετοχή
triunfando
απλός αόριστος
triunfó
παθητική μετοχή
triunfado
Παραδείγματα
El cantante triunfó con su nuevo disco.
Ο τραγουδιστής θριάμβευσε με το νέο του δίσκο.



























