triunfar
Pronunciation
/tɾiumfˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "triunfar"στα ισπανικά

triunfar
01

θριαμβεύω

alcanzar el éxito o la victoria en una actividad, competencia o situación
triunfar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
triunfo
γ΄ ενικό πρόσωπο
triunfa
ενεστώτα μετοχή
triunfando
απλός αόριστος
triunfó
παθητική μετοχή
triunfado
Παραδείγματα
El cantante triunfó con su nuevo disco.
Ο τραγουδιστής θριάμβευσε με το νέο του δίσκο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store