Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El triángulo
[gender: masculine]
01
τρίγωνο
figura geométrica con tres lados y tres ángulos
Παραδείγματα
El triángulo formado por las calles es muy grande.
Το τρίγωνο που σχηματίζεται από τους δρόμους είναι πολύ μεγάλο.
02
τρίγωνο (μουσικό όργανο), τριγωνικό κρουστό όργανο
instrumento musical de metal en forma de triángulo que se toca golpeándolo
Παραδείγματα
El triángulo se usa en muchas piezas de música clásica.
Το τρίγωνο χρησιμοποιείται σε πολλά κομμάτια κλασικής μουσικής.



























