Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
superar
01
ξεπερνώ
vencer un obstáculo, dificultad o situación difícil; o sobrepasar un límite o nivel
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
supero
γ΄ ενικό πρόσωπο
supera
ενεστώτα μετοχή
superando
απλός αόριστος
superó
παθητική μετοχή
superado
Παραδείγματα
El estudiante superó las expectativas del profesor.
Ο μαθητής ξεπέρασε τις προσδοκίες του καθηγητή.
02
υπερβαίνω
ir más allá de un límite, dificultad o cantidad
Παραδείγματα
El río superó el nivel habitual después de la lluvia.
Ο ποταμός υπερέβη το συνηθισμένο επίπεδο μετά τη βροχή.
03
ξεπεράσω
recuperarse o dejar atrás una dificultad, tristeza o desilusión
Παραδείγματα
No es fácil superar la traición de alguien cercano.
Δεν είναι εύκολο να ξεπεράσεις την προδοσία κάποιου κοντινού.



























