Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
superar
01
ξεπερνώ
vencer un obstáculo, dificultad o situación difícil; o sobrepasar un límite o nivel
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
supero
γ΄ ενικό πρόσωπο
supera
ενεστώτα μετοχή
superando
απλός αόριστος
superó
παθητική μετοχή
superado
Παραδείγματα
Superamos muchas dificultades durante el viaje.
Υπερνικώ μας βοήθησε να νικήσουμε πολλές δυσκολίες κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.
02
υπερβαίνω
ir más allá de un límite, dificultad o cantidad
Παραδείγματα
El atleta logró superar su propio récord.
Ο αθλητής κατάφερε να ξεπεράσει το δικό του ρεκόρ.
03
ξεπεράσω
recuperarse o dejar atrás una dificultad, tristeza o desilusión
Παραδείγματα
Juan todavía no puede superar la ruptura con Ana.
Ο Χουάν ακόμα δεν μπορεί να ξεπεράσει το χωρισμό με την Άνα.



























