el perno
Pronunciation
/pˈɛɾno/

Ορισμός και σημασία του "perno"στα ισπανικά

01

μπουλόνι

pieza de metal con rosca o cabeza que se usa para unir objetos, normalmente más grande y resistente que un tornillo
el perno definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pernos
Παραδείγματα
El tornillo es pequeño, pero el perno es más fuerte y duradero.
Η βίδα είναι μικρή, αλλά η βίδα με παξιμάδι είναι πιο ανθεκτική και ανθεκτική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store