Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El perno
01
μπουλόνι
pieza de metal con rosca o cabeza que se usa para unir objetos, normalmente más grande y resistente que un tornillo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pernos
Παραδείγματα
El tornillo es pequeño, pero el perno es más fuerte y duradero.
Η βίδα είναι μικρή, αλλά η βίδα με παξιμάδι είναι πιο ανθεκτική και ανθεκτική.



























