Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
taladrar
01
τρυπώ, ανοίγω τρύπα
hacer un agujero en una superficie con un taladro u otra herramienta
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
taladro
γ΄ ενικό πρόσωπο
taladra
ενεστώτα μετοχή
taladrando
απλός αόριστος
taladró
παθητική μετοχή
taladrado
Παραδείγματα
Usaron una máquina grande para taladrar el túnel.
Χρησιμοποίησαν ένα μεγάλο μηχάνημα για να τρυπήσουν τη σήραγγα.



























