el tacón
tacón
takon
takon
tapóntazóntalóntachón

Ορισμός και σημασία του "tacón"στα ισπανικά

01

τακούνι, τακούνι παπουτσιού

la parte del zapato que eleva el talón del pie 
el tacón definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tacones
Παραδείγματα
Sus zapatos nuevos tienen un tacón muy alto e incómodo. 

Τα νέα της παπούτσια έχουν ένα πολύ ψηλό και άβολο τακούνι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store