Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El corazonada
01
προαίσθημα, διαίσθηση
idea o sentimiento que surge de manera instintiva, sin razonamiento lógico
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
corazonadas
Παραδείγματα
Me guié por una corazonada y compré el libro.
Καθοδηγήθηκα από ένα προαίσθημα και αγόρασα το βιβλίο.



























