desaliñado
de
de
ντε
sa
sa
σα
li
li
λι
ña
ˈɲa
νια
do
do
ντο
desalmado

Ορισμός και σημασία του "desaliñado"στα ισπανικά

desaliñado
01

ατημέλητος, απεριποίητος

que no está arreglado o cuidado, con aspecto descuidado 
desaliñado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más desaliñado
συγκριτικός βαθμός
más desaliñado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
desaliñado
αρσενικό πληθυντικό
desaliñados
θηλυκό ενικό
desaliñada
θηλυκό πληθυντικό
desaliñadas
θεματικό πεδίο
apariencia, higiene, estado
Παραδείγματα
Está desaliñado y sucio después del viaje. 

Είναι ατημέλητος και βρώμικος μετά το ταξίδι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store