Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desaliñado
01
ατημέλητος, απεριποίητος
que no está arreglado o cuidado, con aspecto descuidado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más desaliñado
συγκριτικός βαθμός
más desaliñado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
desaliñado
αρσενικό πληθυντικό
desaliñados
θηλυκό ενικό
desaliñada
θηλυκό πληθυντικό
desaliñadas
Παραδείγματα
Ese actor apareció desaliñado en la película.
Αυτός ο ηθοποιός εμφανίστηκε ατημέλητος στην ταινία.



























