Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rallar
01
τρίβω, τριμμένος
desmenuzar o reducir un alimento en trozos muy pequeños usando un rallador
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
rallo
γ΄ ενικό πρόσωπο
ralla
ενεστώτα μετοχή
rallando
απλός αόριστος
ralló
παθητική μετοχή
rallado
Παραδείγματα
Voy a rallar queso para la pasta.
Πρόκειται να τρίψω τυρί για τα ζυμαρικά.



























