óvalo
óvalo
oβalo
obalo
óvuloópalo

Ορισμός και σημασία του "óvalo"στα ισπανικά

01

ωοειδής, ελλειπτικός

que tiene forma alargada y redondeada, similar a un huevo 
óvalo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más óvalo
συγκριτικός βαθμός
más óvalo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
óvalo
αρσενικό πληθυντικό
óvalos
θηλυκό ενικό
óvala
θηλυκό πληθυντικό
óvalas
Παραδείγματα
Dibujé un óvalo en la hoja de papel. 

Ζωγράφισα ένα οβάλ στο φύλλο χαρτιού.

01

οβάλ, έλλειψη

una figura curva y alargada con la forma de un huevo o un elipse 
el óvalo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
óvalos
Παραδείγματα
La pista de atletismo tiene forma de óvalo. 

Ο στίβος έχει σχήμα ωοειδές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store