Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La ola de calor
01
κύμα καύσωνα, θερμικό κύμα
periodo de varios días con temperaturas mucho más altas de lo normal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
olas de calor
Παραδείγματα
La ola de calor aumentó el consumo de electricidad.
Το κύμα ζέστης αύξησε την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας.



























