vómito
Pronunciation
/bˈɔmito/

Ορισμός και σημασία του "vómito"στα ισπανικά

vómito
01

κάνω εμετό, ξεραίνω

comida o líquido que sale del estómago por la boca
vómito definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
vomito
γ΄ ενικό πρόσωπο
vomita
ενεστώτα μετοχή
vomitando
απλός αόριστος
vomitó
παθητική μετοχή
vomitado
Παραδείγματα
Limpió el vómito del suelo.
Καθάρισε τον εμετό από το πάτωμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store