Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ofrecer
01
προσφέρω
dar o presentar algo a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
ofrezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
ofrece
ενεστώτα μετοχή
ofreciendo
απλός αόριστος
ofreció
παθητική μετοχή
ofrecido
Παραδείγματα
Quiero ofrecer mi ayuda.
Θέλω να προσφέρω τη βοήθειά μου.
02
προσφέρω
poner a disposición algo para que otros lo reciban o utilicen
Παραδείγματα
La empresa ofrece servicios de alta calidad.
Η εταιρεία προσφέρει υπηρεσίες υψηλής ποιότητας.



























