ocupar

Ορισμός και σημασία του "ocupar"στα ισπανικά

ocupar
01

καταλαμβάνω

llenar un espacio o emplear tiempo en una actividad
ocupar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
ocupo
γ΄ ενικό πρόσωπο
ocupa
ενεστώτα μετοχή
ocupando
απλός αόριστος
ocupó
παθητική μετοχή
ocupado
02

καταλαμβάνω

desempeñar o cubrir un puesto o cargo vacante
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store