ocupar
ocupar
ocular

Ορισμός και σημασία του "ocupar"στα ισπανικά

ocupar
01

καταλαμβάνω

llenar un espacio o emplear tiempo en una actividad 
ocupar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
ocupo
γ΄ ενικό πρόσωπο
ocupa
ενεστώτα μετοχή
ocupando
απλός αόριστος
ocupó
παθητική μετοχή
ocupado
Παραδείγματα
El sofá ocupa mucho espacio en la sala. 

Ο καναπές καταλαμβάνει πολύ χώρο στο σαλόνι.

02

καταλαμβάνω

desempeñar o cubrir un puesto o cargo vacante 
Παραδείγματα
Ella ocupó el puesto tras la renuncia del gerente. 

Αυτή κατέλαβε τη θέση μετά την παραίτηση του διευθυντή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store