Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El nudillo
01
άρθρωση του δακτύλου, κόμπος του δακτύλου
la articulación donde se unen los huesos de los dedos de la mano o del pie
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
nudillos
Παραδείγματα
Se golpeó el nudillo con la puerta y se le hinchó.
Χτύπησε την άρθρωση του δακτύλου στην πόρτα και πρήστηκε.



























