Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nuevo
01
νέος, φρέσκος
que no ha sido usado o estrenado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más nuevo
συγκριτικός βαθμός
más nuevo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
nuevo
αρσενικό πληθυντικό
nuevos
θηλυκό ενικό
nueva
θηλυκό πληθυντικό
nuevas
Παραδείγματα
El libro que compré es nuevo.
Το βιβλίο που αγόρασα είναι καινούριο.
02
νέος, φρέσκος
que no existía antes o es diferente de lo conocido
Παραδείγματα
La empresa lanzó un producto nuevo.
Η εταιρεία κυκλοφόρησε ένα νέο προϊόν.



























