Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nasal
01
ρινικός
relativo a la nariz
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
nasal
αρσενικό πληθυντικό
nasales
θηλυκό ενικό
nasal
θηλυκό πληθυντικό
nasales
Παραδείγματα
Tiene congestión nasal.
Έχει ρινική συμφόρηση.



























