nasal
na
na
na
sal
ˈsal
sal
natalnaval

Ορισμός και σημασία του "nasal"στα ισπανικά

01

ρινικός

relativo a la nariz 
nasal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
nasal
αρσενικό πληθυντικό
nasales
θηλυκό ενικό
nasal
θηλυκό πληθυντικό
nasales
θεματικό πεδίο
anatomía, medicina, salud
Παραδείγματα
Tiene congestión nasal. 

Έχει ρινική συμφόρηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

nasal
nose
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store