mórbido

Ορισμός και σημασία του "mórbido"στα ισπανικά

01

νοσηρός, παθολογικός

relacionado con la enfermedad o que constituye una enfermedad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mórbido
αρσενικό πληθυντικό
mórbidos
θηλυκό ενικό
mórbida
θηλυκό πληθυντικό
mórbidas
Παραδείγματα
Se identificó el agente mórbido responsable de la infección.
Προσδιορίστηκε ο νοσηρός παράγοντας υπεύθυνος για τη μόλυνση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store