mórbido
mór
ˈmoɾ
mor
bi
βi
bi
do
ðo
dho

Ορισμός και σημασία του "mórbido"στα ισπανικά

01

νοσηρός, παθολογικός

relacionado con la enfermedad o que constituye una enfermedad 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mórbido
αρσενικό πληθυντικό
mórbidos
θηλυκό ενικό
mórbida
θηλυκό πληθυντικό
mórbidas
Παραδείγματα
La autopsia reveló un tejido mórbido en los pulmones. 

Η νεκροψία αποκάλυψε ένα νοσηρό ιστό στους πνεύμονες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store