Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El módem
01
μοντέμ, διαμορφωτής-αποδιαμορφωτής
dispositivo que conecta una red local a internet a través de la línea telefónica o de cable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
módems
Παραδείγματα
El módem está junto al router.
Το μοντέμ είναι δίπλα στον δρομολογητή.
LanGeek



























