murmurar
mur
muɾ
moor
mu
mu
moo
rar
ˈɾaɾ
rar
estudiaralmorzarsobornarescampar

Ορισμός και σημασία του "murmurar"στα ισπανικά

murmurar
01

ψιθυρίζω

hablar en voz muy baja, casi en secreto 
murmurar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
murmuro
γ΄ ενικό πρόσωπο
murmura
ενεστώτα μετοχή
murmurando
απλός αόριστος
murmuró
παθητική μετοχή
murmurando
Παραδείγματα
Murmuró mi nombre suavemente. 

Ψιθύρισε το όνομά μου απαλά.

02

μουρμουρίζω

producir un sonido bajo, suave y continuo 
murmurar definition and meaning
Παραδείγματα
El río murmuraba entre las piedras. 

Ο ποταμός μουρμούριζε ανάμεσα στις πέτρες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store