murmurar

Ορισμός και σημασία του "murmurar"στα ισπανικά

murmurar
01

ψιθυρίζω

hablar en voz muy baja, casi en secreto
murmurar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
murmuro
γ΄ ενικό πρόσωπο
murmura
ενεστώτα μετοχή
murmurando
απλός αόριστος
murmuró
παθητική μετοχή
murmurando
Παραδείγματα
Murmuraban para no despertar al bebé.
Ψιθύριζαν για να μην ξυπνήσουν το μωρό.
02

μουρμουρίζω

producir un sonido bajo, suave y continuo
murmurar definition and meaning
Παραδείγματα
Murmuraba el mar contra la arena.
Η θάλασσα μουρμούριζε στην άμμο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store