Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
murmurar
01
ψιθυρίζω
hablar en voz muy baja, casi en secreto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
murmuro
γ΄ ενικό πρόσωπο
murmura
ενεστώτα μετοχή
murmurando
απλός αόριστος
murmuró
παθητική μετοχή
murmurando
Παραδείγματα
Murmuró mi nombre suavemente.
Ψιθύρισε το όνομά μου απαλά.
02
μουρμουρίζω
producir un sonido bajo, suave y continuo
Παραδείγματα
El río murmuraba entre las piedras.
Ο ποταμός μουρμούριζε ανάμεσα στις πέτρες.



























