muerto

Ορισμός και σημασία του "muerto"στα ισπανικά

01

νεκρός, αποθανών

que ha dejado de vivir
muerto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
muerto
αρσενικό πληθυντικό
muertos
θηλυκό ενικό
muerta
θηλυκό πληθυντικό
muertas
Παραδείγματα
El pez muerto flotaba en el agua.
Το νεκρό ψάρι νεκρό επιπλέει στο νερό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store