Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mover
01
μετακινώ, κινώ
cambiar la posición de algo o alguien de un lugar a otro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
muevo
γ΄ ενικό πρόσωπο
mueve
ενεστώτα μετοχή
moviendo
απλός αόριστος
movió
παθητική μετοχή
movido
Παραδείγματα
Movimos los muebles para limpiar el suelo.
Μετακινήσαμε τα έπιπλα για να καθαρίσουμε το πάτωμα.
02
κουνάω, ταρακουνώ
hacer que algo se desplace de un lado a otro o se agite
Παραδείγματα
Movió la cabeza de un lado a otro.
Κούνησε το κεφάλι του από τη μία πλευρά στην άλλη.
03
μετακινώ, κινώ
cambiar de lugar o residencia
Παραδείγματα
Me voy a mover a otra ciudad el próximo año.
Θα μετακομίσω σε μια άλλη πόλη τον επόμενο χρόνο.



























