mover

Ορισμός και σημασία του "mover"στα ισπανικά

01

μετακινώ, κινώ

cambiar la posición de algo o alguien de un lugar a otro
mover definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
muevo
γ΄ ενικό πρόσωπο
mueve
ενεστώτα μετοχή
moviendo
απλός αόριστος
movió
παθητική μετοχή
movido
Παραδείγματα
Mueve el ordenador un poco hacia la ventana.
Μετακίνησε τον υπολογιστή λίγο προς το παράθυρο.
02

κουνάω, ταρακουνώ

hacer que algo se desplace de un lado a otro o se agite
mover definition and meaning
Παραδείγματα
Movió las manos para llamar la atención.
Κινήστε τα χέρια για να τραβήξετε την προσοχή.
03

μετακινώ, κινώ

cambiar de lugar o residencia
Παραδείγματα
Se va a mover dentro del mismo edificio.
Θα μετακινηθεί μέσα στο ίδιο κτίριο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store