Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mostrar
01
δείχνω
poner algo a la vista de otros para que lo vean
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
muestro
γ΄ ενικό πρόσωπο
muestra
ενεστώτα μετοχή
mostrando
απλός αόριστος
mostró
παθητική μετοχή
mostrado
Παραδείγματα
El museo muestra una nueva exposición.
Το μουσείο δείχνει μια νέα έκθεση.
02
εμφανίζομαι
manifestarse de cierta manera o adoptar una actitud
Παραδείγματα
Se mostró tranquilo durante la entrevista.
Εμφανίστηκε ήρεμος κατά τη διάρκεια της συνέντευξης.



























