Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mostrar
01
δείχνω
poner algo a la vista de otros para que lo vean
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
muestro
γ΄ ενικό πρόσωπο
muestra
ενεστώτα μετοχή
mostrando
απλός αόριστος
mostró
παθητική μετοχή
mostrado
Παραδείγματα
La pantalla muestra los resultados.
Η οθόνη εμφανίζει τα αποτελέσματα.
02
εμφανίζομαι
manifestarse de cierta manera o adoptar una actitud
Παραδείγματα
El público se mostró emocionado.
Το κοινό έδειξε ενθουσιασμό.



























