Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La moratoria
01
αναστολή
aplazamiento legal o acordado para el cumplimiento de una obligación, especialmente un pago
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
moratorias
Παραδείγματα
El banco concedió una moratoria en el pago del préstamo.
Η τράπεζα χορήγησε αναστολή πληρωμής του δανείου.



























