moral

Ορισμός και σημασία του "moral"στα ισπανικά

01

ηθικός

relacionado con las normas, valores o principios del comportamiento humano
moral definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
moral
αρσενικό πληθυντικό
morales
θηλυκό ενικό
moral
θηλυκό πληθυντικό
morales
Παραδείγματα
Cuestionó el valor moral de la acción.
Αμφισβήτησε την ηθική αξία της πράξης.
01

ηθική, δεοντολογία

conjunto de normas, valores y principios que regulan el comportamiento humano
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Estudia la moral desde una perspectiva filosófica.
Μελετά την ηθική από φιλοσοφική σκοπιά.

Λεξικό Δέντρο

inmoral
moral
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store