Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
moral
01
ηθικός
relacionado con las normas, valores o principios del comportamiento humano
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
moral
αρσενικό πληθυντικό
morales
θηλυκό ενικό
moral
θηλυκό πληθυντικό
morales
Παραδείγματα
Es una decisión moral difícil.
Είναι μια δύσκολη ηθική απόφαση.
La moral
01
ηθική, δεοντολογία
conjunto de normas, valores y principios que regulan el comportamiento humano
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La moral de una sociedad cambia con el tiempo.
Η ηθική μιας κοινωνίας αλλάζει με τον χρόνο.



























