moral
mo
mo
μο
ral
ˈɾal
ραλ
mortalmuralmorral

Ορισμός και σημασία του "moral"στα ισπανικά

01

ηθικός

relacionado con las normas, valores o principios del comportamiento humano 
moral definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
moral
αρσενικό πληθυντικό
morales
θηλυκό ενικό
moral
θηλυκό πληθυντικό
morales
θεματικό πεδίο
ética, valores
Παραδείγματα
Es una decisión moral difícil. 

Είναι μια δύσκολη ηθική απόφαση.

01

ηθική, δεοντολογία

conjunto de normas, valores y principios que regulan el comportamiento humano 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La moral de una sociedad cambia con el tiempo. 

Η ηθική μιας κοινωνίας αλλάζει με τον χρόνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

inmoral
moral
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store