modificar

Ορισμός και σημασία του "modificar"στα ισπανικά

modificar
01

τροποποιώ

cambiar algo, alterarlo o ajustarlo de alguna manera
modificar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
modifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
modifica
ενεστώτα μετοχή
modificando
απλός αόριστος
modificó
παθητική μετοχή
modificado
Παραδείγματα
El software permite modificar los ajustes fácilmente.
Το λογισμικό επιτρέπει την εύκολη τροποποίηση των ρυθμίσεων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store