modificar
mo
mo
mo
di
ði
dhi
fi
fi
fi
car
ˈkaɾ
kar
mortificar

Ορισμός και σημασία του "modificar"στα ισπανικά

modificar
01

τροποποιώ

cambiar algo, alterarlo o ajustarlo de alguna manera 
modificar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
modifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
modifica
ενεστώτα μετοχή
modificando
απλός αόριστος
modificó
παθητική μετοχή
modificado
Παραδείγματα
Necesito modificar el diseño del proyecto. 

Πρέπει να τροποποιήσω το σχέδιο του έργου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store