Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mimar
01
καλομαθαίνω, καλομεταχειρίζομαι
dar mucho cuidado, atención o regalos a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
mimo
γ΄ ενικό πρόσωπο
mima
ενεστώτα μετοχή
mimando
απλός αόριστος
mimó
παθητική μετοχή
mimado
Παραδείγματα
Ella siempre mima a sus hijos.
Αυτή πάντα κακομαθαίνει τα παιδιά της.



























