Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
meticuloso
01
σχολαστικός, προσεκτικός
que presta mucha atención a los detalles y realiza las cosas con cuidado y precisión
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más meticuloso
συγκριτικός βαθμός
más meticuloso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
meticuloso
αρσενικό πληθυντικό
meticulosos
θηλυκό ενικό
meticulosa
θηλυκό πληθυντικό
meticulosas
Παραδείγματα
Ser meticuloso ayuda a evitar errores costosos.
Λεπτολόγος βοηθά στην αποφυγή δαπανηρών λαθών.



























