Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
merendar
01
κάνω απογευματινό σνακ
comer algo ligero por la tarde, generalmente entre el almuerzo y la cena
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
meriendo
γ΄ ενικό πρόσωπο
merienda
ενεστώτα μετοχή
merendando
απλός αόριστος
merendó
παθητική μετοχή
merendado
Παραδείγματα
Me gusta merendar mientras leo un libro.
Μου αρέσει να κάνω απογευματινό σνακ ενώ διαβάζω ένα βιβλίο.



























