Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
merendar
01
κάνω απογευματινό σνακ
comer algo ligero por la tarde, generalmente entre el almuerzo y la cena
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
meriendo
γ΄ ενικό πρόσωπο
merienda
ενεστώτα μετοχή
merendando
απλός αόριστος
merendó
παθητική μετοχή
merendado
Παραδείγματα
Vamos a merendar en el parque.
Θα πάμε να κάνουμε ένα σνακ στο πάρκο.



























