Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mencionar
01
αναφέρω, μνημονεύω
hacer referencia a alguien o algo al hablar o escribir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
menciono
γ΄ ενικό πρόσωπο
menciona
ενεστώτα μετοχή
mencionando
απλός αόριστος
mencionó
παθητική μετοχή
mencionado
Παραδείγματα
Sin mencionar los detalles, explicó la situación.
Χωρίς να αναφέρει τις λεπτομέρειες, εξήγησε την κατάσταση.



























