Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El menaje
01
σερβίτσιο
conjunto de utensilios y objetos para servir y comer en la mesa
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Compraron menaje nuevo para la casa.
Αγόρασαν νέα σκεύη για το σπίτι.



























