Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La mediana
[gender: feminine]
01
διάμεσος
valor central de un conjunto de datos ordenados de menor a mayor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
medianas
Παραδείγματα
La mediana es útil cuando hay valores atípicos que distorsionan la media.
Η διάμεσος είναι χρήσιμη όταν υπάρχουν ακραίες τιμές που διαστρεβλώνουν τον μέσο όρο.



























